Προτάσεις ΔΑΠ-ΝΔΦΚ ΤΕΙ

Έρευνα - Μεταπτυχιακά

Οι μεταπτυχιακές σπουδές αποτελούν πλέον συστατικό στοιχείο της ανώτατης εκπαίδευσης. Η απόκτηση περισσότερων τίτλων, εξειδίκευσης και υψηλής κατάρτισης διασφαλίζει καλύτερους όρους μετάβασης στην αγορά εργασίας. Συνεπώς η ανάγκη για υψηλού επιπέδου μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα είναι σήμερα περισσότερο επιτακτική παρά ποτέ.

Μέχρι πρόσφατα και σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική νομοθεσία, μόνον ένας κλάδος της Ανώτατης Εκπαίδευσης, ο Πανεπιστημιακός, μπορούσε να διοργανώνει αυτόνομα μεταπτυχιακά προγράμματα, ενώ ο Τεχνολογικός ήταν αναγκασμένος να συμπράττει με τα Πανεπιστήμια. Η σταθερή επιδίωξη της ΔΑΠ-ΝΔΚ για την αναγκαιότητα της θεσμοθέτησης διεξαγωγής μεταπτυχιακών προγραμμάτων από τα Τ.Ε.Ι αυτοτελώς δικαιώθηκε με τον πιο αναμφισβήτητο και ουσιαστικό τρόπο. Το 2008 επανακαθορίστηκε το θεσμικό πλαίσιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές με την ψήφιση του νόμου. Έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στα ΤΕΙ να προσφέρουν αυτόνομα Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών ή και σε συνεργασία με πανεπιστημιακά τμήματα του εσωτερικού αφού πρώτα έχουν υποβάλει έκθεση αξιολόγησης.

Το νέο αυτό θεσμικό πλαίσιο έδωσε τη δυνατότητα στα Τ.Ε.Ι να θέσουν τις κατάλληλες βάσεις έτσι ώστε να αναπτύξουν τεχνογνωσία και καινοτομίες σε σύγχρονα τεχνολογικά επίπεδα. Έτσι υπάρχουν σήμερα τμήματα που προσφέρουν είτε αυτοτελή μεταπτυχιακά είτε σε σύμπραξη με ξένα Πανεπιστήμια του εσωτερικού ή εξωτερικού. Το ζήτημα, ωστόσο, της βιωσιμότητάς τους τίθεται πλέον έντονα. Ειδικά φέτος εν μέσω οικονομικής κρίσης αρχίζει η μεταβατική φάση που θα οδηγήσει τις μεταπτυχιακές σπουδές εν Ελλάδι σε άλλο καθεστώς λειτουργίας. Η αναζήτηση πόρων στην οποία θα οδηγήσει η μείωση της κρατικής χρηματοδότησης θα διαμορφώσει το νέο πλαίσιο, βασικά χαρακτηριστικά του οποίου αναπόφευκτα θα είναι κατ' αρχάς οι συγχωνεύσεις (τυπικές και ουσιαστικές), ακολούθως η επιβολή ή αύξηση διδάκτρων (όπου προβλέπονται) και αναπόφευκτα τα ιδιωτικά κονδύλια. Δεν είναι τυχαίο ότι σε σχετική έρευνα, οι μεταπτυχιακοί φοιτητές θεωρούν ως μεγαλύτερη απειλή για τα μεταπτυχιακά προγράμματα την ανεπαρκή θεσμοθετημένη χρηματοδότηση.

Τα προβλήματα όμως δεν εστιάζονται μόνο γύρω από το πεδίο των μεταπτυχιακών προγραμμάτων και την υποχρηματοδότησή τους. Ο θεσμός των μεταπτυχιακών προγραμμάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας. Εξάλλου ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα είναι ένα είδος έρευνας και εξειδίκευσης. Διεθνώς, ένα Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα έχει υποχρέωση προς την κοινωνία αφενός την παραγωγή νέας γνώσης και αφετέρου τη μεταφορά της νέας και υπάρχουσας γνώσης στους εκπαιδευόμενους. Είναι, λοιπόν, αυταπόδεικτο ότι ένα Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα πρέπει να διεξάγει έρευνα για την παραγωγή νέας γνώσης.

Στα ΤΕΙ έχει θεσμοθετηθεί η έρευνα ως αναπόσπαστο στοιχείο του προσανατολισμού τους και λειτουργούν Επιτροπές Ερευνών όπως και στα Πανεπιστήμια. Στις επιτροπές αυτές απαγορεύεται η διεξαγωγή έρευνας από τα μέλη του ακαδημαϊκού προσωπικού. Από τη μία πλευρά ο νόμος ζητάει υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα για την εκλογή μελών ΕΠ, όπως επιστημονικές δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά με κριτές, ομότιμες αναφορές στο έργο των υποψηφίων από άλλους ερευνητές και διεθνή αναγνώριση, συμμετοχή με αμοιβή σε ερευνητικά έργα, από την άλλη όταν αυτά τα μέλη εκλεγούν και καταλάβουν θέση μέλους ΕΠ στην ουσία τους “απαγορεύει” την έρευνα, καθώς ο θεσμός του ερευνητικού εργαστηρίου δεν υπάρχει για τα ΤΕΙ.

Είναι προφανές ότι το παράδοξο αυτό φαινόμενο πρέπει, επιτέλους, να αρθεί και να δοθεί η δυνατότητα στο ακαδημαϊκό προσωπικό των ΤΕΙ να συνεχίσει την έρευνα. Η δημιουργία προϋποθέσεων για Έρευνα είναι υψίστης σημασίας για την επίτευξη ανταγωνιστικών σπουδών με ολοκληρωμένο τρόπο, για την οργάνωση ολοκληρωμένου κύκλου μεταπτυχιακών καθώς και τη δυνατότητα λειτουργίας ερευνητικών εργαστηρίων στα τμήματα ή τις σχολές.

Επαγγελματική Κατοχύρωση

Το πρόβλημα της έκδοσης πολλών Προεδρικών Διαταγμάτων που αφορούν στα Επαγγελματικά Δικαιώματα Πτυχιούχων ΤΕΙ εκκρεμεί, ως γνωστόν, από το 1983. Κοινή είναι η εντύπωση, που εκφράζεται και ως πίεση, ότι πρέπει να δοθεί επιτέλους λύση. Δυστυχώς στη χώρα μας ακόμα και για τα αυτονόητα δεν έχουν δοθεί λύσεις την ίδια ώρα που στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν δοθεί λύσεις στα ίδια προβλήματα. Στο πεδίο αυτό έχει αναπτυχθεί, μεταξύ των ενδιαφερομένων φορέων ή ομάδων μια μεγάλη και χρόνια διαμάχη με άσκηση πιέσεων εκατέρωθεν. Ως εκφραστές της πλειοψηφίας των σπουδαστών των Τ.Ε.Ι πιστεύουμε ότι ήρθε η ώρα η Πολιτεία να υιοθετήσει την πάγια και διαχρονική θέση της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ,«άμεση έκδοση των επαγγελματικών δικαιωμάτων». Πρέπει επιτέλους η Πολιτεία να δείξει έμπρακτα την ηθική διακυβέρνηση που επαγγέλλεται, γιατί η ηθική τάξη δεν είναι διαπραγματεύσιμο είδος και τα Επαγγελματικά Δικαιώματα είναι πρωτίστως θέμα ηθικής τάξεως.

Πλέον έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, μετά το 2007, ότι Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι) είναι τα ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης, η οποία αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς: α) τον Πανεπιστημιακό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια και την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και β) τον Τεχνολογικό τομέα, ο οποίος αποτελείται από τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Τ.Ε.Ι) και την Ανωτάτη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΑΣΠΑΙΤΕ).

Γίνεται έτσι εύκολα αντιληπτό ότι δεν υπάρχουν διαφορές στις επαγγελματικές δυνατότητες που απορρέουν από τις σπουδές διπλωματούχων του ίδιου εκπαιδευτικού επιπέδου στο ίδιο γνωστικό επίπεδο. Ωστόσο στην Ελλάδα τα επαγγελματικά δικαιώματα καθορίζονται από τη συντεχνιακή επιθυμία και όχι απο την παρεχόμενη γνώση.

Είναι απαράδεκτο η Πολιτεία, και δη το Υπουργείο Παιδείας να καθυστερεί τη διαδικασία της τελικής έκδοσης των Επαγγελματικών Δικαιωμάτων στους αποφοίτους μας, εμπαίζοντας παράλληλα όλους εμάς με μία ατέρμονη διαβούλευση, η οποία δεν στοχεύει στη λύση του προβλήματος αλλά στη διαιώνισή του. Δεν είναι δυνατόν όλοι εμείς οι φοιτητές των Τ.Ε.Ι να εκπαιδευόμαστε για τέσσερα χρόνια, από Καθηγητές με υψηλά προσόντα (εφάμιλλα εκείνων των αντίστοιχων Πανεπιστημιακών Τμημάτων), αλλά σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία να μην μπορούμε να ασκήσουμε ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς και εμπόδια, το επάγγελμα που σπουδάσαμε.

Αντ’αυτού το Υπουργείο Παιδείας εκχωρεί αυτόματα επαγγελματικά δικαιώματα στους αποφοίτους των ιδιωτικών κολλεγίων με την έκδοση του Π.Δ το 2010. Με την απόφαση αυτή οι τελευταίοι αποκτούν ίδια δικαιώματα με αυτά που έχουν οι απόφοιτοι των συνεργαζομένων με αυτά Πανεπιστημίων του εξωτερικού. Δηλαδή όχι απλά εμφανίζονται περισσότεροι ως προς εμάς ανταγωνιστές, αλλά θα έχουν και πολύ περισσότερες εργασιακές διεξόδους. Παράλληλα οι απόφοιτοι των κολλεγίων θα έχουν δικαίωμα ισότιμης εγγραφής στα επιμελητήρια και στις κατά κλάδο επαγγελματικές ενώσεις.

Οι πτυχιούχοι των ΤΕΙ αυτή τη δυνατότητα όχι απλά δεν την έχουν, αλλά σε κάθε προσπάθεια διεκδίκησης και κατοχύρωσης δικαιωμάτων τόσο σε επαγγελματικό επίπεδο όσο και σε ακαδημαϊκό βρίσκουν απέναντί τους τα επιμελητήρια. Είτε με δικαστικές προσφυγές είτε μέσω των επιρροών που ασκούν στην πολιτική εξουσία διαχρονικά τα επιμελητήρια «φρενάρουν» την εξέλιξη των ΤΕΙ.

Επίσης μία άλλη καταδικαστική απόφαση, ειδικά για τους αποφοίτους των Σχολών Τεχνολογικών Εφαρμογών (ΣΤΕΦ), αποτελεί το Προεδρικό Διάταγμα του Υπουργείου Περιβάλλοντος για τους Ενεργειακούς Επιθεωρητές. Με το συγκεκριμένο Π.Δ. δίνεται η ανάθεση της εκπαίδευσης και της αξιολόγησης των υποψήφιων Ενεργειακών Επιθεωρητών στο ΤΕΕ, παραβλέποντας έτσι το θεσμοθετημένο ρόλο των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Πρέπει να προστεθεί επίσης, η παντελής έλλειψη του Κοινοτικού Δικαίου το οποίο απαγορεύει τη σύγκρουση συμφερόντων και αναθέτει τις αρμοδιότητες να ανατεθούν σε ένα φορέα ανεξάρτητο από τους ανταγωνιζόμενους επαγγελματίες, ο οποίος θα παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας και διαφάνειας ως προς την ίση μεταχείριση Διπλωματούχων Μηχανικών (μελών Τ.Ε.Ε) και Πτυχιούχων Μηχανικών (μελών Ε.Ε.Τ.Ε.Μ).

Σήμερα καθίσταται αναγκαίο να προχωρήσει ο επανακαθορισμός με σύγχρονες και διαφανείς διαδικασίες, όλων των επαγγελματικών δικαιωμάτων, όλων των ειδικοτήτων των μηχανικών, με βάση φυσικά το γνωστικό τους αντικείμενο (επίπεδο και περιεχόμενο σπουδών) αλλά και με βάση τα χρόνια της επαγγελματικής εμπειρίας. Ήρθε η ώρα για ριζικό επανασχηματισμό της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Μονόδρομο αποτελεί το Ενιαίο Θεσμικό Πλαίσιο στην Ανώτατη βαθμίδα της εκπαίδευσης, για τη διαμόρφωση του οποίου απαιτείται να υιοθετηθούν από όλες τις πλευρές αντικειμενικοί κανόνες, διεθνώς αποδεκτές αρχές και λύσεις, με βάση το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, αξιοκρατία, καθαρή αντίληψη της επικρατούσας κατάστασης, ρεαλισμός και αποφυγή αποκλεισμών.

Σπουδαστική Μέριμνα & Νέες Τεχνολογίες

Στα σύγχρονα δημοκρατικά πολιτεύματα η παροχή υψηλής ποιότητας σπουδών αποσκοπεί στην παραγωγή εκείνου του ανθρώπινου δυναμικού το οποίο θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση ικανής θέσης για την εθνική μας οικονομία μέσα στο διεθνές ανταγωνιστικό στερέωμα. Την ίδια στιγμή η παροχή και η δυνατότητα ολοκλήρωσης σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να εξασφαλίζει στους ήδη εκπαιδευόμενους την ισότητα ευκαιριών στην πρόσβαση και την ολοκλήρωση των σπουδών. Έτσι διασφαλίζεται ο ρόλος της ανώτατης εκπαίδευσης.

Για να μπορέσουν τα ιδρύματα να παρέχουν υψηλή ποιότητα σπουδών πρέπει να συμβαδίσουν και με τους ρυθμούς της αυξανόμενης τεχνολογίας. Δυστυχώς όμως, όταν ολόκληρος ο κόσμος χτίζει το αύριο πάνω σε αυτή τη νέα βάση, το Ελληνικό Τεχνολογικό Ίδρυμα γυρίζει την πλάτη στις εξελίξεις, όντας κατώτερο των περιστάσεων.

Τα περισσότερα Ιδρύματα αντιμετωπίζουν την έλλειψη πόρων και χώρων προκειμένου να εφαρμόσουν τις νέες τεχνολογίες. Οι φοιτητές κατά τη διάρκεια των σπουδών τους δεν έχουν τη δυνατότητα να εξοικειωθούν με τις νέες τεχνολογίες (γνώση προγραμμάτων όπως το EXCEL, η αποτελεσματική χρήση του διαδικτύου, multimedia) γεγονός που τους καθιστά λιγότερο ανταγωνιστικούς στον Ευρωπαϊκό χώρο. Δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε με το γεγονός ότι τα μαθήματα που περιέχουν έστω και μία εφαρμογή χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι ελάχιστα έως ανύπαρκτα σε πολλά τμήματα.

Επίσης τα Ιδρύματα παρουσιάζουν φτωχή εικόνα ως προς τη χορήγηση υλικοτεχνικής υποδομής σε διδάσκοντες και διδασκόμενους για τη διεκπεραίωση του εκπαιδευτικού έργου. Υπάρχει έλλειψη σε στοιχειώδη εξοπλισμό, όπως σε projectors και φορητούς υπολογιστές και δεν παρέχεται η δυνατότητα στους φοιτητές να παρουσιάζουν τις έρευνες και τις μελέτες τους, γεγονός που επιβραδύνει την εξέλιξη των νέων επιστημόνων.

Οι νέες τεχνολογίες και οι εξοπλισμοί είναι απαραίτητοι όχι μόνο για το διδακτικό προσωπικό και τις διοικητικές υπηρεσίες του Ιδρύματος (π.χ. Γραμματείες). Η εφαρμογή τους πρέπει να επεκταθεί και στη διδασκαλία των μαθημάτων μέσα στα αμφιθέατρα.

Στελέχωση Ιδρυμάτων – Υποδομές - Χρηματοδότηση

Μέσα στη σύντομη περιγραφή της σημερινής κατάστασης στα Ελληνικά Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα αισθητή κάνουν την παρουσία τους ελλείψεις που αφορούν κάθε λειτουργία των ιδρυμάτων αυτών και κάθε επίπεδο της κοινωνικής ζωής των φοιτητών. Είναι γνωστό σε όλους μας ότι όλα αυτά τα προβλήματα - ελλείψεις που απασχολούν σήμερα την ανώτατη εκπαίδευση και ιδίως τα Τ.Ε.Ι. έχουν κοινή αφετηρία την υποχρηματοδότηση. Οι ελλείψεις μονίμων καθηγητών, υλικοτεχνικής υποδομής, χώρων διδασκαλίας και εξοπλισμού, άθλησης και ψυχαγωγίας, στέγασης και σίτισης, είναι ανεπίτρεπτες για ένα Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα που θέλει να χαρακτηρίζεται σύγχρονο και ανταγωνιστικό.

Ένα θέμα ύψιστης σημασίας είναι η ανισότητα που υπάρχει στη χρηματοδότηση των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων σε σχέση με τα Πανεπιστήμια. Παρόλο που με την ψήφιση του νόμου το 2007 ενέταξαν τα Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι στο ίδιο γνωστικό επίπεδο, η Πολιτεία συνεχίζει την υποβάθμιση και περιορισμένη υποστήριξη των Ιδρυμάτων. Ενδεικτικό αυτής της περιορισμένης υποστήριξης είναι η απόδοση διπλάσιας χρηματοδότησης στα Πανεπιστήμια εν αντιθέσει με αυτή των Τ.Ε.Ι. Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ καταγγέλλει κάθε υποβάθμιση των κονδυλίων των Τ.Ε.Ι ως μεθόδευση θεσμικής υποβάθμισής τους σε σχέση με το θεσμό των πανεπιστημίων.

Επίσης χαρακτηριστική επισήμανση αδυναμιών λόγω υποχρηματοδότησης που έχει μείνει στο απυρόβλητο είναι η κατάσταση που επικρατεί στις θέσεις μελών Ε.Π και Δ.Ε.Π. Ως γνωστόν οι σχετικές θέσεις εγκρίνονται και κατανέμονται στα Τ.Ε.Ι από το Υπουργείο Παιδείας ύστερα από αίτημά τους. Ενώ ο φοιτητικός πληθυσμός των ΤΕΙ τα τελευταία χρόνια έχει φτάσει να είναι ίσος σε αριθμό με αυτόν των Πανεπιστημίων, ο αριθμός των μόνιμων μελών ΕΠ και ΔΠ παραμένει στάσιμος και συγκρινόμενος με τα Πανεπιστήμια εξαιρετικά μικρός. Τα Τ.Ε..Ι έχουν ανάγκη πλήθους προσλήψεων τακτικού Ε.Π και Δ.Ε.Π, διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος ορισμένα Ιδρύματα να μην μπορούν να καλύψουν τις υπάρχουσες ανάγκες με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στο κλείσιμο.

Αντίστοιχο πρόβλημα παρουσιάζεται λόγω υποχρηματοδότησης και στην ανάπτυξη των υποδομών των Ιδρυμάτων. Το κτιριακό πρόβλημα δεν έχει αντιμετωπιστεί επιτυχώς καθώς υπάρχουν ακόμη Ιδρύματα ή και Σχολές ολόκληρες που η διδασκαλία γίνεται σε αίθουσες σχολείων. Επιπλέον, σε Σχολές με μεγάλο αριθμό φοιτητών ανά έτος, πολλές φορές δεν είναι εφικτός ο χωρισμός σε κλιμάκια ώστε η διδασκαλία να γίνει αποδοτικότερη καθώς οι αίθουσες και τα αμφιθέατρα δεν επαρκούν.

Μεγάλο είναι και το πρόβλημα το οποίο παρατηρείται στη στέγαση των φοιτητών. Το βασικότερο πρόβλημα των εστιών είναι το κτιριακό και αίτια του προβλήματος είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Η διαχείριση, οργάνωση και επίβλεψη των εστιών ανήκει στο Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας (Ε.Ι.Ν) του Υπουργείου Παιδείας. Σήμερα τα πιο πολλά κτίρια είναι μεγάλης ηλικίας, με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συνεχούς αύξησης των σπουδαστών. Επίσης μεγάλο πρόβλημα αποτελεί και η φύση των κτιρίων, ογκώδη – αφιλόξενα – μη λειτουργικά, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται το πνευματικό επίπεδο των φοιτητών. Σε όλη την επικράτεια σήμερα η δυνατότητα που παρέχεται από τις υπαγόμενες στο Ε.Ι.Ν φοιτητικές εστίες ανέρχεται στα 7000 άτομα.

Είστε εδώ

Είσοδος

powered by onned.web.team