feadi

Μετά την ατελέσφορη προσπάθεια αναθεώρησης του άρθρου 16 από την κρατούσα Βουλή τους πρώτους μήνες του 2008, η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών Πανεπιστημίων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα απομακρύνθηκε και το συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί να ανοίξει ξανά στην δεύτερη, από την σημερινή, σύνθεση της Βουλής των Ελλήνων. Η αναγκαιότητα αναθεώρησης του άρθρου 16 αναδείχθηκε σε όλο της το μεγαλείο, όταν το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), με την καταδικαστική για την Ελλάδα απόφαση που εξέδωσε στυις 23-10-2008, έφερε πιο έντονα στην επικαιρότητα το ζήτημα των ΚΕΣ. Η λειτουργία των ΚΕΣ λογίζεται ως προβληματική από την πρώτη ημέρα που ξεκίνησαν να λειτουργούν –θεσμικά υπάγονταν στο Υπουργείο Εμπορίου και όχι στο Παιδείας- και η απόφαση του ΔΕΚ απλά μετέφερε το πρόβλημα πιο κοντά στα σύνορά μας. Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, αντιλαμβανόμενη την νομική ιδιαιτερότητα του νομικού πλαισίου για την Παιδεία, έχει προτείνει με επιχειρήματα –τα οποία, δυστυχώς, αργότερα έγιναν πράξη- την αναγκαιότητα της αναθεώρησης του άρθρου 16, μία κίνηση, η οποία θα έβγαζε την χώρα μας από την δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα. Όμως, ακόμα και τότε, κάποιοι προασπιζόμενοι τα συμφέροντα τους και την μικροκομματική πολιτική, τη μία δήλωναν υπέρμαχοι των μη κρατικών πανεπιστημίων και, την άλλη, όχι, με αποτέλεσμα να μπλοκάρουν την διαδικασία αναθεώρησης. Εμείς, η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε ότι η συγκεκριμένη λύση θα “έλυνε” τα χέρια της ελληνικής πολιτείας και εξακολουθούμε να την συμπεριλαμβάνουμε στα σχέδια μας για το Πανεπιστήμιο του Αύριο.

Ποια αναγκαιότητα θα καλύψουν τα μη κρατικά - μη κερδοσκοπικά Πανεπιστήμια:

  • H ζήτηση για πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην χώρα μας είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που ήδη καλύπτει ή μπορεί να καλύψει το ελληνικό κράτος. Σε μια τέτοια προσπάθεια κάλυψης της ζήτησης είχε ψηφισθεί ο νόμος Αρσένη (γνωστός πλέον και ως 2525/97) που μέσα από την ίδρυση νέων τμημάτων έθετε ως στόχο τον διπλασιασμό των εισακτέων στα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ και ΤΕΙ. Ο νόμος αυτός είχε έρθει τη στιγμή που το κράτος αδυνατούσε να καλύψει τις στοιχειώδεις λειτουργικές δαπάνες των υπαρχόντων τμημάτων. Μια ακόμη προσπάθεια κάλυψης της αυξημένης ζήτησης ήρθε με την ίδρυση από το κράτος των ανοιχτών πανεπιστημίων, στα οποία παρά τη συνταγματική επιταγή της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης, υπάρχουν δίδακτρα. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν η επιδείνωση της ποιότητας των παρεχόμενων σπουδών, η δημιουργία τμημάτων χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο σπουδών καθώς επίσης και η υπονόμευση της ακαδημαϊκής διαδικασίας, αφού ξεπεράσθηκαν τα όρια στον αριθμό των ατόμων που μπορούσαν, τα διάφορα ιδρύματα, να δεχθούν.
  • Την αδυναμία του ελληνικού κράτους να καλύψει τη ζήτηση για πανεπιστημιακή εκπαίδευση έρχονται να καλύψουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού, ιδρύματα ευρωπαϊκών αλλά και ανατολικοευρωπαϊκών χωρών. Έτσι, δεκάδες χιλιάδες νέοι κάθε χρόνο, που κατά κύριο λόγο έχουν αποκλειστεί από την εγχώρια τριτοβάθμια εκπαίδευση, στρέφονται προς αυτά τα ιδρύματα ενώ στη συνέχεια αναγνωρίζουν τους τίτλους τους μέσα από τις διαδικασίες του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.. Σύμφωνα με στοιχεία του ΥΠ.Ε.Π.Θ. περίπου 50.000 Έλληνες φοιτητές παρακολουθούν προπτυχιακές σπουδές στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Αυτό σημαίνει ότι ξοδεύονται 205 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο σε συνάλλαγμα που αντιστοιχεί σε δίδακτρα (όπου προβλέπονται) και στο κόστος ζωής. Επιπλέον, αρκετοί από αυτούς δε θα επιστρέψουν ποτέ στην Ελλάδα καθώς θα αναζητούν επιστημονική ή επαγγελματική στέγη στη χώρα που σπούδασαν, γεγονός που σημαίνει απώλεια έμψυχου, καλά εκπαιδευμένου δυναμικού για τη χώρα. Τέλος, συμβαίνει το παράδοξο να αναγνωρίζονται στη χώρα μας πτυχία ιδρυμάτων (ιδίως ανατολικοευρωπαϊκών χωρών) αμφιβόλου ποιότητας και έτσι να ασκούν ιατρικά επαγγέλματα άνθρωποι που σπούδασαν σε τρίτης κατηγορίας πανεπιστήμια της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας και να διδάσκουν στα ελληνικά σχολεία άνθρωποι που έμαθαν ελληνική ιστορία στα Σκόπια...
  • Παρά το κρατικό μονοπώλιο που ισχύει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης για μεταλυκειακή εκπαίδευση, έχουν ιδρυθεί διάφορα ιδιωτικά κολέγια και άλλα αμφιβόλου ποιότητας, ιδιότυπα εκπαιδευτικά μορφώματα. Παρόλο που δεν είναι Πανεπιστήμια, παρέχουν κάποια πτυχία και την δυνατότητα συνέχισης των σπουδών σε κάποιο ακαδημαϊκό ίδρυμα στο εξωτερικό. Για τον ίδιο λόγο έχει ιδρυθεί μια πληθώρα ιδιωτικών ΙΕΚ τα οποία προσφέρουν έναντι αδράς αμοιβής σπουδές σε δευτερεύοντα αντικείμενα αμφίβολης εγκυρότητας και κυρίως με ελάχιστη δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης. Σύμφωνα με στοιχεία του ΥΠ.Ε.Π.Θ. περίπου 28.000 Έλληνες νέοι σπουδάζουν σήμερα σε διάφορα ΙΕΚ και κολέγια, ενώ ο ετήσιος τζίρος τους εκτιμάται σε 70 εκατομμύρια ευρώ.

Σύμφωνα μάλιστα με τις τελευταίες εξελίξεις και την κοινοτική οδηγία 35/2005, η Ελλάδα θα υποχρεωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναγνωρίζει όσα τέτοια κολλέγια λειτουργούν εντός της επικράτειας της και είναι παραρτήματα πανεπιστημίων της ΕΕ, αναγνωρισμένα στη χώρα τους. Αυτό αυτόματα καθιστά την αναθεώρηση του άρθρου 16 ακόμα πιο επιτακτική ανάγκη: οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας θα πρέπει να πάψουν να υποκρίνονται: θα αναγνωρίζονται στη χώρα μας πτυχία μη κρατικών ιδρυμάτων ευρωπαϊκής προέλευσης, αλλά οι Έλληνες δε θα έχουν δικαίωμα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων. Παράλληλα, ο έλεγχος που θα μπορεί να έχει η χώρα μας στο επίπεδο σπουδών των ιδρυμάτων αυτών θα είναι πολύ μικρός σε σχέση με αυτόν τον οποίο θα έχει σε μη κρατικά πανεπιστήμια υπό την αιγίδα του ΥΠΕΠΘ, μέσα από τη διαδικασία της Αξιολόγησης.

Τα δημόσια πανεπιστήμια αυτή τη στιγμή λειτουργούν υπό το αναχρονιστικό καθεστώς του κρατικού μονοπωλίου. Με άλλα λόγια, δεν πιέζονται να κάνουν αποτελεσματική χρήση των πόρων τους, ούτε αντιμετωπίζουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού των προγραμμάτων σπουδών τους καθώς η χρηματοδότηση αλλά και οι νέοι φοιτητές τους είναι εκ των προτέρων εξασφαλισμένοι. Η μονοπωλιακή λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης έχει οδηγήσει τα πανεπιστήμια μας στη χαμηλή ποιότητα σπουδών, στην αναποτελεσματική χρήση πόρων που προέρχονται από τους Έλληνες φορολογούμενους, στην αναποτελεσματική διοίκηση και τέλος στην γραφειοκρατία που οδηγούν σε φαινόμενα κατασπατάλησης δημόσιου χρήματος, κακοδιαχείρισης, αλλά και παρωχημένων προγραμμάτων σπουδών άσχετα με τις ανάγκες της αγοράς.
Μετά την αναθεώρηση του άρθρου 16 και την ίδρυση πανεπιστημίων μη κρατικού μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, πολλοί από τους Έλληνες που φεύγουν για σπουδές στο εξωτερικό αλλά και άλλοι που επιθυμούν να σπουδάσουν κάτι διαφορετικό από αυτό που πέτυχαν στις πανελλήνιες θα έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν σε ένα ίδρυμα στη χώρα τους. Έτσι, με την παράλληλη λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων και των δημοσίων – οικονομικά και διοικητικά αυτοτελών (προϋπόθεση που θέτουμε για τη λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων) – και το άνοιγμα στον ανταγωνισμό, τα δημόσια πανεπιστήμια θα βελτιώνονταν σημαντικά αλλά και σε πολλά επίπεδα:

  • Θέλοντας να διασφαλίσουν το κύρος τους αλλά και για να αποφύγουν τον κίνδυνο απώλειας φοιτητών θα ενέτειναν τις προσπάθειες τους να βελτιώσουν την ποιότητα των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών τους.
  • Τα δημόσια πανεπιστήμια θα είναι αναγκασμένα να βελτιώσουν το επίπεδο των καθηγητών τους. Θα είναι επιβεβλημένο από τον ανταγωνισμό και από τις ανάγκες οι καθηγητές να εκλέγονται πρωτίστως για την διδακτική ικανότητά τους και το ερευνητικό έργο τους και όχι με «άλλα» κριτήρια.
  • Τα πανεπιστήμια μας, αντιμετωπίζοντας τον ανταγωνισμό των προγραμμάτων σπουδών των ιδιωτικών πανεπιστημίων, θα βελτιώσουν τα προγράμματα σπουδών τους. Τα προγράμματα σπουδών των δημόσιων πανεπιστημίων θα προσαρμοστούν, εκ των πραγμάτων, καλύτερα στις ανάγκες της αγοράς και η σύνδεση με την παραγωγή θα μεταβληθεί σε ανάγκη και όχι σε εκμετάλλευση των επιχειρήσεων (βλ. Τώρα τα ιδιωτικά ΙΕΚ)
  • Εξαιτίας της παράλληλης λειτουργίας δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων, θα λάμβανε χώρα κάποια αποσυμφόρηση στα κρατικά ιδρύματα. Έτσι, με αυτή την μείωση του αριθμού των φοιτητών των δημόσιων πανεπιστημίων ο λόγος των φοιτητών προς τους καθηγητές θα μειωνόταν γεγονός που θα βελτίωνε το ακαδημαϊκό κλίμα και τη συνεργασία φοιτητών καθηγητών.
  • Θα προαχθεί το ερευνητικό έργο των δημόσιων πανεπιστημίων. Όταν λειτουργήσει ο ανταγωνισμός το ερευνητικό έργο των κρατικών πανεπιστημίων θα έρθει σε άμεση σύγκριση με αυτό των ιδιωτικών. Ως αποτέλεσμα θα δοθεί ώθηση και κίνητρα να συνεργαστούν τα πανεπιστήμια μας με επιχειρήσεις για να παράγουν έρευνα γι’ αυτές έπ’ αμοιβή, γεγονός που θα οδηγήσει στην εξέλιξη της έρευνας αλλά θα έχει και παράλληλα οφέλη στην ελληνική οικονομία, αλλά και στο πανεπιστήμιο.
  • Προκειμένου το δημόσιο πανεπιστήμιο να ανταγωνιστεί ανοιχτά τα μη κρατικά, η πολιτεία θα αναγκαζόταν να κάνει πράξη την συνταγματική επιταγή για αυτονομία των ελληνικών πανεπιστημίων. Κατ’ αυτό τον τρόπο τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια θα γίνουν πραγματικά οικονομικά και διοικητικά αυτοτελή με όλα τα ευνοϊκά αποτελέσματα της διοικητικής ευελιξίας αλλά και της δυνατότητας λήψης αποφάσεων από τα ίδια τα πανεπιστήμια και όχι από τις διευθύνσεις του ΥΠΕΠΘ.

Εκτός όμως από τα οφέλη στα δημόσια πανεπιστήμια θα υπάρχουν και παράλληλα οφέλη στην ελληνική κοινωνία. Με την οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια και κάτω από τη λειτουργία του ανταγωνισμού, τα δημόσια πανεπιστήμια θα αναγκαστούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικότερα. Με άλλα λόγια θα μπουν στη διαδικασία ελέγχου των λειτουργικών δαπανών ενώ σε συνδυασμό με την αξιολόγηση θα μπορούν να ελέγχουν και να βελτιώνουν την αξιοποίηση του δημόσιου χρήματος που ξοδεύεται μέσα στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ακόμα, θα μπορέσουν να αποτελέσουν τον εργοδότη σε μεγάλο αριθμό Ελλήνων επιστημόνων και κατόχους διδακτορικών οι οποίοι είτε φεύγουν στο εξωτερικό είτε παραμένουν αναξιοποίητοι. Τέλος, τα μη κρατικά πανεπιστήμια μπορούν να αποτελέσουν πόλο ανάπτυξης καθώς η Ελλάδα θα έχει τη δυνατότητα αντί να εξάγει φοιτητές (κάτι που συμβαίνει τώρα), να εισάγει και έτσι η τριτοβάθμια εκπαίδευση να αποτελέσει πόλο ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας.

Προϋποθέσεις που θέτουμε ως ΔΑΠ-ΝΔΦΚ για την λειτουργία των μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών Πανεπιστήμιων:

  • Τα μη κρατικά Πανεπιστήμια να βρίσκονται κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας και θα ελέγχονται εξονυχιστικά όλες οι παράμετροι λειτουργίας τους, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας που θα προσφέρουν στους φοιτητές τους. Δηλαδή, θα περνάνε από την διαδικασία της αξιολόγησης ακριβώς όπως και τα δημόσια Πανεπιστήμια και με τα ίδια ακριβώς κριτήρια. Τα αποτελέσματα αυτά της αξιολόγησης δεν θα έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα, αλλά από αυτά να εξαρτάται αν θα ανανεώνεται η άδεια λειτουργίας τους ή όχι, η οποία δεν θα πρέπει να είναι μόνιμη αλλά να επανεξετάζεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
  • Nα γίνει πραγματικότητα η οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια των AEI. Eίναι ο μόνος τρόπος που θα οδηγήσει στην ουσιαστική βελτίωση των κρατικών AEI, ώστε να μπορούν να ανταγωνισθούν τα μη κρατικά AEI και να καλυτερεύσουν την ποιότητα σπου-δών που παρέχουν στους φοιτητές. H οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια είναι ένα μείζον ζήτημα, το οποίο έχει απασχολήσει τη ΔAΠ-ΝΔΦΚ ουκ ολίγες φορές, καθώς έχει αναλυθεί λεπτομερώς και στις Προτάσεις Παιδείας. Στη συ-γκεκριμένη περίπτωση, τα AEI θα καθορίζουν από μόνα τους τον αριθμό των εισακτέων, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να διαχειρίζονται από μόνα τους τα οικονομικά τους, χωρίς την έγκριση ή την παρέμβαση του Yπουργείου.
  • Nα καθιερωθεί ένα σύστημα ανταποδοτικών υποτροφιών και δανείων. Έτσι, θα δώσουμε την ευκαιρία στους οικονομικά ασθενέστερους να έχουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, θα δώσουμε τη δυνατότητα σε όλους τους νέους να έχουν ίσες ευκαιρίες. Θα υπάρχουν υποτροφίες δύο κατηγοριών: Πρώτον, υποτροφίες αξίας, για τα άτομα που πραγματικά είναι οι καλύτεροι και, δεύτερον, υποτροφίες ανάγκης, για τα άτομα που πραγματικά δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν το κόστος των σπουδών τους. Παράλληλα θα μπορούν να εργάζονται μέσα στο ίδρυμα έτσι ώστε να καλύπτουν ένα μέρος των εξόδων τους.
  • Τα ιδρύματα αυτά, θα είναι αποκλειστικά μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Θα είναι υποχρεωμένα να επενδύουν μέρος των εσόδων τους στην έρευνα και την ανάπτυξη. Θα πρέπει κατά συνέπεια να δημιουργηθεί ο δεσμός του οικονομικού παρέδρου, ο οποίος θα είναι αυτός που θα ελέγχει την οικονομική κατάσταση των Ιδρυμάτων και θα εξασφαλίζει ότι τηρούν τις πιο πάνω προϋποθέσεις.
  • Θεωρούμε αυτονόητο ότι τα μη κρατικά Πανεπιστήμια δεν πρέπει να παίρνουν κανενός είδους κρατική επιχορήγηση.
  • Τα μέλη ΔΕΠ των μη κρατικών Πανεπιστημίων, θα διέπονται από τους ίδιους κανόνες που διέπονται και τα αντίστοιχα μέλη ΔΕΠ των δημόσιων Πανε-πιστημίων. Οποιοσδήποτε διατηρεί οποιασδήποτε μορφής σχέση εργασίας με ένα μη κρατικό πανεπιστημιακό ίδρυμα, να μην μπορεί να είναι ταυτόχρονα και μέλος ΔΕΠ σε ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο.
  • Σημαντικό είναι να εξασφαλιστεί η φοιτητική εκπροσώπηση στα όργανα διοίκησης των μη κρατικών Πανεπιστήμιων και η άμεση συμμετοχή των φοιτητών στο φοιτητικό κίνημα.

Πέντε ψέματα για τα μη κρατικά – μη κερδοσκοπικά Πανεπιστήμια:

1) Tα μη κρατικά πανεπιστήμια είναι για τους πλούσιους:

  • Eίναι αλήθεια ότι πολλοί ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων με το φόβο ότι θα οδηγήσουν σε κοινωνική ανισότητα στην εκπαίδευση. Όμως μη κρατικά πανεπιστήμια υπάρχουν ήδη, με την έννοια ότι ο εύπορος Eλληνας είχε και θα έχει πάντα τη δυνατότητα να απαλλάξει το παιδί του από την ψυχοφθόρα διαδικασία των πανελληνίων εξετάσεων και να το στείλει απευθείας σ’ ένα από τα γνωστά ιδρύματα της Δ. Eυρώπης και της Aμερικής. Aυτός που πραγματικά πλήττεται από την απαγόρευση του άρθρου 16 είναι ο μη εύπορος Έλληνας, γιατί στην περίπτωση που δεν πετύχει την εισαγωγή του σε κάποιο ελληνικό πανεπιστήμιο, όχι πάντα λόγω ανεπάρκειας γνώσεων, είτε θα πρέπει να στραφεί στην αμφίβολης ποιότητας λύση των IEK είτε θα πρέπει να υποβληθεί στην εξουθενωτική γι’ αυτόν δαπάνη να σπουδάσει στο εξωτερικό. Eπιπλέον, η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων θα πρέπει να συνδυαστεί μ’ ένα εκτεταμένο σύστημα χορήγησης υποτροφιών και δανείων, ώστε ακόμη και οι φτωχότεροι Έλληνες να έχουν πρόσβαση σε αυτά.

2) Με την αναθεώρηση του άρθρου 16 θέλουν να ιδιωτικοποιήσουν τα πανεπιστήμια μας. Σε λίγο καιρό θα μας ζητάνε δίδακτρα για τις σπουδές μας:

  • Σε καμία περίπτωση μέσω της αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος δεν μπορούν να δρομολογηθούν τέτοιες εξελίξεις. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 16 θα επιτραπεί η ίδρυση νέων μη κρατικών πανεπιστημίων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και δεν θίγεται ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας των πανεπιστημίων μας. Το παραπάνω επιχείρημα αποτελεί ένα λαϊκίστικο εκβιασμό και ψευτοδίλλημα που θέτουν ορισμένες φοιτητικές παρατάξεις αλλά και κόμματα στην ελληνική κοινωνία, τα οποία προσκολλημένα στο παρελθόν και κινούμενα από μικροκομματικά συμφέροντα δεν ενδιαφέρονται για το συμφέρον της ελληνικής παιδείας. Δεν πρέπει να μένουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν, καθώς είμαστε μέλη μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας που διαρκώς μεταλλάσσεται.

3) Nαι, αλλά δεν θα μπορούσε το κράτος να καλύψει τη ζήτηση για πανεπιστημιακή εκπαίδευση; :

  • Aυτή είναι και η αυταπάτη του νόμου Aρσένη, του γνωστού πλέον νόμου 2525/97, που μέσα από την ίδρυση νέων τμημάτων θέτει ως στόχο να διπλασιαστούν οι εισακτέοι στα ελληνικά AEI και TEI. Aυτό όμως που κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει είναι με ποιον τρόπο θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει ένα τέτοιο πείραμα ανοικτής λαϊκής παιδείας ένα κράτος που αδυνατεί να καλύψει τις στοιχειώδεις λειτουργικές δαπάνες των υπαρχόντων τμημάτων. Tο μόνο που μπορεί να πετύχει μια τέτοια μεθόδευση είναι η ακόμη περαιτέρω χειροτέρευση της ποιότητας των παρεχόμενων σπουδών και ο αποπροσανατολισμός της αγοράς εργασίας με μια νέα στρατιά ανέργων.

4) Όμως και η ίδρυση των μη κρατικών πανεπιστημίων δεν θα επιτείνει το πρόβλημα της ανεργίας; :

  • Tα μη κρατικά πανεπιστήμια δεν θα δημιουργήσουν αύξηση του αριθμού των αποφοίτων για τον πολύ απλό λόγο ότι θα καλύψουν την ανάγκη για ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας των περίπου 55.000 Eλλήνων που καταφεύγουν στα IEK ή στο εξωτερικό. Eπιπλέον, για το λόγο ότι η μη κρατική πρωτοβουλία έχει πάντα μια αυξημένη ευελιξία και προσαρμοστικότητα, τα μη κρατικά AEI θα καλύψουν τους τομείς εκείνους της αγοράς και της επιστήμης που έχουν μεγάλη ζήτηση. Άλλωστε, η ανεργία δεν αντιμετωπίζεται με το φόβο μήπως κάποιος καλύτερος επιβιώσει, αλλά με την εφαρμογή μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής εκπαίδευσης και επαγγελματικού προσανατολισμού για τους εισακτέους στο σύνολο των AEI σε συνεννόηση με τα ίδια τα πανεπιστημιακά ιδρύματα αλλά και με τα συνδικάτα, τα επιμελητήρια και το Eθνικό Συμβούλιο Παιδείας.

5) H θεσμοθέτηση των μη κρατικών-μη κερδοσκοπικών AEI υπονομεύει τη λειτουργία των δημόσιων AEI ;

  • Eμείς προτείνουμε την παράλληλη λειτουργία κρατικών και μη εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο ενός καλώς εννοούμενου ανταγωνισμού, με αποκλειστικό σκοπό την αναβάθμιση της παρεχόμενης παιδείας. Σε καμία περίπτωση δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να απωλέσει η πανεπιστημιακή εκπαίδευση το δημόσιο χαρακτήρα της, ο οποίος οφείλει να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο. Εξάλλου ας μην ξεχνάμε το παράδειγμα πολλών χωρών του εξωτερικού όπου συνυπάρχουν κρατικά και μη εκπαιδευτικά ιδρύματα, χωρίς αλληλεμπλοκή στη λειτουργία τους και παρέχοντας αμφότερα εκπαίδευση υψηλού επιπέδου.